Go to Top

«Παραγωγική, αλλά και δημοκρατική ανασυγκρότηση της χώρας»

Τη συνέντευξη πήρε η Ιωάννα Δρόσου

Η διαπραγμάτευση συνεχίζεται, με στόχο το τέλος του προγράμματος και το μετά. Τα πρόσφατα ρεπορτάζ μιλούν για σκλήρυνση, ιδίως από την πλευρά του ΔΝΤ. Ποια η εκτίμηση της κυβέρνησης, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ, για την επόμενη περίοδο;

Οι Κασσάνδρες που μιλούν για σκλήρυνση της στάσης του ΔΝΤ, μολονότι η συζήτηση για το 2019 από πλευράς Ταμείου δεν έχει ξεκινήσει ακόμα, είναι οι ίδιες που προεξοφλούν την αποτυχία μιας «καθαρής εξόδου» της Ελλάδας από το πρόγραμμα και επιθυμούν την εισαγωγή «από το παράθυρο» μιας προληπτικής γραμμής πίστωσης για λόγους είτε μιας πάση θυσία προσωπικής δικαίωσης των αποτυχημένων πολιτικών τους όσο βρίσκονταν στη διακυβέρνηση, είτε λόγω στερητικού συνδρόμου εξουσίας, που τους οδηγεί να υποθηκεύουν το μέλλον της χώρας στις μικροπολιτικές τους επιδιώξεις. Αναμφίβολα, η πορεία της Ελλάδας προς την έξοδο από τα μνημόνια δεν θα είναι χωρίς συγκρούσεις με παγιωμένα συμφέροντα, που θα προσπαθούν να δημιουργούν προσκόμματα. Ωστόσο, οι δείκτες, που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, προοιωνίζονται μια καθαρή και ομαλή έξοδο της χώρας από την επιτροπεία. Η θετική πορεία των δημοσίων εσόδων που εμφάνισε υπερδιπλάσιο του στόχου πρωτογενές πλεόνασμα το πρώτο δίμηνο του έτους, η αναβάθμιση του αξιόχρεου των ελληνικών ομολόγων από διεθνείς οίκους αξιολόγησης, αλλά και η πρόσφατη επιτυχής έξοδος στις αγορές –μεταξύ άλλων- διαψεύδουν τους ποικίλους καταστροφολόγους.

Προτεραιότητα η έξοδος από την επιτροπεία

Ενώ ο αγώνας της διαπραγμάτευσης συνεχίζεται είναι πολλά τα μέτωπα που είναι ανοιχτά παράλληλα, το Μακεδονικό, το σκάνδαλο της Novartis και τώρα το ποδόσφαιρο. Ποιες πρέπει να είναι οι προτεραιότητες, γιατί συχνά η κυβέρνηση φαίνεται να μην έχει σταθερή άποψη, και ποιες οι αναγκαίες λύσεις;

Άμεση προτεραιότητα είναι η έξοδος από την επιτροπεία, η οποία είναι σημαντική όχι γιατί αίφνης θα μπούμε στον παράδεισο της ευωχίας και της ευμάρειας, αλλά γιατί θα ανακτήσουμε σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας όσον αφορά τη δυνατότητα αυτόνομης άσκησης πολιτικής, χωρίς την ταπεινωτική συνθήκη της έγκρισης της τρόικας για το νομοθετικό έργο μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης. Κάθε μέλος της Ευρωζώνης, όμως, τελεί υπό εποπτεία. Ωστόσο, η δομή και η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης έχουν αποτελέσει αντικείμενο της κριτικής του ΣΥΡΙΖΑ και όχι των κομμάτων της μείζονος και ελάσσονος αντιπολίτευσης, που ενώ αίφνης ενδύθηκαν την αντιμνημονιακή λεοντή, μέχρι πρότινος είχαν αναγάγει σε άρθρο πίστεως το «Γερούν γερά» και το «Βάστα Σόιμπλε». Το μεγάλο στοίχημα, όμως, είναι η εξεύρεση τελεσφόρων μέσων, κατάλληλων εργαλείων σχεδιασμού και υλοποίησης της μετα-μνημονιακής εποχής, που πρωτίστως θα πρέπει να εξαλείψουν τα εγχώρια αίτια που οδήγησαν στα μνημόνια. Η μάχη που πρέπει να κερδίσει η κυβέρνηση είναι, αφενός, αυτή της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας με όρους δίκαιης ανάπτυξης, ήτοι δίκαιης διανομής και σταθερής και αξιοπρεπούς εργασίας, αφετέρου, της διαφθοράς που ήταν συστατικό στοιχείο αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος. Η επιδημία σκανδάλων, οι «παράγκες» και οι «βαρονίες» του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, αλλά και η «γηπεδοποίηση» του δημόσιου λόγου επιτάσσουν όχι μόνο την παραγωγική, αλλά και τη δημοκρατική ανασυγκρότηση της χώρας.

Συνηθίζουμε να συζητάμε την κεντρική πολιτική σκηνή. Ως βουλευτής συναντάς πολίτες που αντιμετωπίζουν ένα σωρό προβλήματα καθημερινότητας, που δεν πρέπει να υποτιμούνται. Σε αυτό τον τομέα τι κάνει η κυβέρνηση;

Για τον ανώνυμο έλληνα πολίτη, η πολιτική «γειώνεται» στη σφαίρα της καθημερινότητας. Μεταφράζεται στο άχθος της επιβίωσης, στο πρόβλημα της ανεργίας, αλλά και της έλλειψης προοπτικών, ειδικά όσον αφορά τους νέους ανθρώπους. Η κυβέρνηση με μια σειρά νομοθετημάτων προσπάθησε να «αναστηλώσει» το σχεδόν κατεδαφισμένο κοινωνικό κράτος, να μειώσει την ανεργία των νέων, αλλά και να κατοχυρώσει δικαιώματα που προσήκουν σε κράτος δικαίου και δίνουν φωνή στους «αόρατους». Επιπλέον, ιδιαίτερα σημαντική πρωτοβουλία, που επιβάλλεται να θεσμοθετηθεί, ήταν τα Περιφερειακά Συνέδρια όπου για πρώτη φορά η κυβέρνηση επισκέφθηκε τις τοπικές κοινωνίες και έκανε αυτοψία σε προβλήματα που αφορούν όλες τις όψεις της ελληνικής καθημερινότητας.

Η ΝΔ οφείλει να αναστοχαστεί

Πώς κρίνεις τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στα κρίσιμα πολιτικά ζητήματα; Η Νέα Δημοκρατία φαίνεται ότι ψάχνει τον προσανατολισμό της προς τα δεξιά, συχνά και ακροδεξιά.

Η Νέα Δημοκρατία οφείλει κατεπειγόντως να αναστοχαστεί τις ιδρυτικές της αρχές και τη σχέση της με τη δημοκρατία, διότι έχει διολισθήσει σε έναν ακροδεξιό κατήφορο με σήμα κατατεθέν ένα λόγο ρατσιστικό, εθνικιστικό και έμπλεο μίσους. Νεοφιλελεύθερες θέσεις περί ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, αλλά και απρόσκοπτης διαφυγής τους σε εξωχώριους παραδείσους, περί απορρύθμισης των αγορών και κατεδάφισης του κοινωνικού κράτους, συνδυάζονται με θέσεις περί «νόμου και τάξης», φυλακών τύπου Γ, κοινωνικούς αποκλεισμούς και διαιρέσεις πολιτών σε ανθρώπους και «υπανθρώπους», που παραπέμπουν σε άλλες εποχές. Η ΝΔ αποφάσισε δυστυχώς να πορευτεί με μια «εθνικόφρονα» πυξίδα στο ζοφερό παρελθόν του μετεμφυλιακού κράτους. Οι χαρακτηρισμοί «συμμορίτες» για μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, οι απειλές «εκδοροσφαγέων» αντιπροέδρων, αλλά και μηνύσεις κατά λειτουργών της δικαιοσύνης και του πρωθυπουργού δεν φανερώνουν μόνο μια σχέση ιδιοκτησίας με το κράτος, αλλά τραυματίζουν το κράτος Δικαίου και ευτελίζουν το δημόσιο λόγο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Να καταγραφεί ως ένα συστημικό κόμμα του νέου δικομματισμού ή ως ένα αριστερό κόμμα που αναγκάστηκε ως κυβέρνηση να εφαρμόσει σκληρές μνημονιακές πολιτικές; Στο τέλος της τετραετίας πώς θα διακρίνει ο κάθε πολίτης το αριστερό πρόσημο στις πολιτικές που εφάρμοσε;

Σε μια Ευρώπη που κλίνει επ’ ακροδεξιά, διότι η οργή και ο θυμός που επέφερε η διαρκής επιδείνωση των όρων διαβίωσης των πολιτών της εκβάλει δυστυχώς σε ακροδεξιά μορφώματα, σε μια Ευρώπη αρνητικών συσχετισμών, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το «αντιπαράδειγμα» της μοναδικής αριστερής κυβέρνησης. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, με στόχευση τον εκ των έσω αγώνα αλλαγής της Ευρώπης και υπό το ασφυκτικό βάρος ενός μνημονίου που μας επιβλήθηκε, εύλογο είναι η μοναδική κυβέρνηση της Αριστεράς να μην μπορεί να ασκήσει αριστερή πολιτική. Ωστόσο, οι ρωγμές που επέφερε στο «σιδερένιο κλουβί» του μνημονίου, τα μηνύματα που έστειλε για μια άλλη Ευρώπη της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης, αλλά και η εμπέδωση μιας κοινωνίας δημοκρατικής, ανοικτής και ανεκτικής, καθώς επίσης η μάχη κατά της διαφθοράς έχουν καταγραφεί από τον έλληνα πολίτη, που επ’ ουδενί δεν επιθυμεί μια «παλινόρθωση» του παλαιού. Φυσικά δεν θα κριθούμε εκ των καλών μας προθέσεων, αλλά εκ του αποτελέσματος. Ο πολίτης θα διακρίνει το αριστερό πρόσημο στην καθημερινότητά του, στη δωρεάν πρόσβαση, παραδείγματος χάριν, 2,5 εκατ. ανασφάλιστων στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, στην ανάταξη του δημόσιου συστήματος υγείας και παιδείας, αλλά και στη μείωση της ανεργίας, μεταξύ άλλων.

Προστασία της κατοικίας και πίεση στους μεγαλοφειλέτες

Το αγκάθι πλειστηριασμοί για την κυβέρνηση δεν αμβλύνεται, το αντίθετο, όπως είδαμε και στα γεγονότα της περασμένης Τετάρτης. Ποια θα είναι τα επόμενα βήματα; Δεν είναι δίκαιο ο κόσμος να φοβάται ότι η κατοικία βρίσκεται στο μέλλον σε κίνδυνο, παρά τις διαβεβαιώσεις;

Χωρίς καμία πρόθεση, εκ μέρους μου, υποβάθμισης του θέματος ή δικαιολόγησης της καταστολής, υπάρχει στο συγκεκριμένο ζήτημα μία επικοινωνιακή υπερβολή για λόγους που θα πρέπει να εξετάσουμε. Πρώτον, υπάρχει ήδη ένα στέρεο θεσμικό πλαίσιο που προστατεύει την πρώτη κατοικία όσων δεν έχουν πραγματικά να πληρώσουν. Δεύτερον, υπάρχουν κάποια συμφέροντα, πολύ μεγάλα, τα οποία είναι συνδεδεμένα με κόκκινα δάνεια και αναζητούν ασυλία από τους πλειστηριασμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η βίλα του Ψυχάρη. Θα έπρεπε να προστατεύσουμε αυτή τη βίλα από πλειστηριασμό; Τρίτο ζήτημα, το οποίο δεν μπορούμε να αγνοούμε, είναι η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. Εφόσον οι τράπεζες μειώσουν τα κόκκινα δάνεια, μέσω της πίεσης στους στρατηγικούς κακοπληρωτές, μεταξύ των οποίων είναι τα πολιτικά κόμματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, Μέσα Ενημέρωσης, ανώνυμες εταιρίες πάσης φύσεως και άλλοι, τότε θα μπορέσουν να ξαναδώσουν δάνεια στις μικρές επιχειρήσεις, στους αγρότες, σε νέους με καινοτόμες ιδέες. Άρα, λοιπόν, καθήκον είναι η προστασία της πρώτης κατοικίας των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και ταυτόχρονα η αύξηση της πίεσης στους μεγάλους οφειλέτες που τόσα χρόνια κρύβονταν.

 

Πηγή: Η Εποχή