Go to Top

Για τη φετινή επέτειο της Ημέρας της Γυναίκας

Σήμερα τιμούμε την Ημέρα της Γυναίκας με την προσαρμογή στην ελληνική νομοθεσία της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Πρόληψη και τη Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας. Μιας προσαρμογής που άργησε.

Η επέτειος της Ημέρας της Γυναίκας είναι μια οχληρή υπόμνηση μιας αθετημένης υπόσχεσης: αυτής της απόδοσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον άνθρωπο per se, ανεξαρτήτως επιμέρους προσδιορισμών. Παρήλθαν δυόμισι αιώνες από τότε που ο Κοντορσέ σχολίαζε σκωπτικά ότι η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη άρρητα εξαιρεί τις γυναίκες και η Ολυμπία ντε Γκουζ υποστήριζε ότι η γυναίκα, εφόσον έχει το δικαίωμα να ανεβαίνει στο ικρίωμα, θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να φοράει τήβεννο και να ανεβαίνει στην έδρα. Ωστόσο, η έμφυλη βία και οι διακρίσεις κατά των γυναικών εξακολουθούν να υφίστανται και σήμερα. Πέρασε, όμως, και ενάμισης αιώνας από τις ηρωικές ράφτρες και υφάντριες της Νέας Υόρκης, που στις 8 Μαρτίου 1857 διεκδικούσαν 10ωρη εργασία και ίσα δικαιώματα. Την ίδια ημέρα το 1908 οι Αμερικανίδες εργάτριες φωνάζαν «ψωμί και τριαντάφυλλα». «Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι» έγραφε η Μποβουάρ. Η ιστορία των δικαιωμάτων των γυναικών είναι η ιστορία των διεκδικήσεων και αγώνων τους. Οι όψεις των έμφυλων διακρίσεων, όπως οι διακρίσεις στην εργασία, η βία, η εμπορία, οι ακρωτηριασμοί, η παρενόχληση, είναι καθημερινά περιστατικά που ενίοτε καλύπτει η σιωπή ή το σκοτάδι του φόβου.

Στην ελληνική επικράτεια, μέχρι την δεκαετία του 1960, μέτρο αποτίμησης της αξιοπρέπειας του προσώπου ήταν η τιμή, με τον έμφυλο καταμερισμό της να σημαίνει αγνότητα και εγκράτεια για τη γυναίκα και υπεράσπισή της από τον άνδρα. «Δια λόγους τιμής» το γυναικείο σώμα κακοποιήθηκε βάναυσα και η γυναικεία αξιοπρέπεια διαπομπεύθηκε. Η τιμή έγινε ένα απέραντο πλυντήριο αίματος για να ξεπλυθεί η ντροπή. Αν μέχρι τη δεκαετία του 1960 η ντροπή αφορά τον θύτη, ο οποίος καλείται να την ξεπλύνει με την τιμώρηση του σώματος που φτάνει έως τον θάνατο, σήμερα με τη γένεση νέων ταυτοτήτων και την ανανοηματοδότηση της διάκρισης ιδιωτικού και δημοσίου, η ντροπή ανήκει αποκλειστικά στο θύμα. Στα καθ’ ημάς, τα εγκλήματα τιμής αφορούν κυρίως το παρελθόν αλλά εξακολουθούν να διαπράττονται σε άλλες γεωγραφικές συντεταγμένες. Να θυμίσω το νομικό έκτρωμα της Σαρίας, που πρόσφατα νομοθετήσαμε την προαιρετικότητά του για τους έλληνες μουσουλμάνους. Η έμφυλη βία, όμως, που συντηρεί βαθιά εδραιωμένες εξουσιαστικές σχέσεις και ιεραρχίες, η βία ως εργαλείο πειθάρχησης, ως τα «λύτρα» που πρέπει να καταβληθούν στην εξάλειψη του διαφορετικού, ενδύεται ακόμη και σήμερα τις μορφές των αναγκαστικών γάμων, των ακρωτηριασμών γυναικείων οργάνων, των βιασμών, του stalking και της ανθρώπινης εμπορίας, αυτής της μετανεωτερικής δουλείας που παρωδεί και ακυρώνει το σύνολο της δικαιικής και πολιτικής σκευής της νεωτερικότητας.

Η ευαισθητοποίηση της δημόσιας σφαίρας μέσω εκπαιδευτικών και ερευνητικών προγραμμάτων, των ΜΜΕ, αλλά και επιμορφωτικών σεμιναρίων σε δικαστές, εισαγγελείς και αστυνομικούς, η παροχή στέγης και βοήθειας στις γυναίκες θύματα της βίας με δημιουργία ξενώνων, η δραστηριότητα ΜΚΟ, απόπειρες από-στιγματισμού των θυμάτων και η παρότρυνσή να βγουν από τη σκιά της ντροπής και να μιλήσουν, η διενέργεια ερευνών, η συλλογή και ανάλυση στατιστικών δεδομένων για όλες τις μορφές έμφυλης βίας, είναι αναγκαίες αλλά όχι ικανές συνθήκες δραστικής εξάλειψής τους, αν δεν συνοδεύονται από τομές στην εθνική νομοθεσία και αποτελεσματική εφαρμογή. Ακριβώς αυτό καλούμαστε να κάνουμε σήμερα.

Αισθάνομαι υπερήφανη διότι η ενσωμάτωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης στην εθνική νομοθεσία επιφέρει μείζονες αλλαγές, αν όχι τομές σε αναχρονιστικές διατάξεις του Ποινικού κώδικα, που εκούσες άκουσες αντιστρατεύονταν εν τοις πράγμασι το ελληνικό Σύνταγμα. Κατά πόσον, για παράδειγμα, ο εξαναγκασμός σε γάμο, που δεν συμπεριλαμβανόταν στην εμπορία ανθρώπων και τώρα περιλαμβάνεται, εναρμονίζεται με το άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις΄»; Κατά πόσον η αναχρονιστική διάταξη του Ποινικού Κώδικα που προβλέπει «την παύση της ποινικής δίωξης ή την αποχή από αυτήν, αν μεταξύ του δράστη του αδικήματος της αποπλάνησης ανηλίκου κάτω των 15 ετών και του θύματος τελέστηκε γάμος» -και την οποία ευτυχώς καταργούμε με το εν λόγω σχέδιο νόμου- συνάδει με το δεύτερο άρθρο του Συντάγματος, κατά το οποίο «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας»;

Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμο, όμως, καταρρίπτει και το άλλοθι του πολιτιστικού σχετικισμού, που ανεχόταν το αποκρουστικό πρόσωπο της έμφυλης βίας εις το όνομα των ηθών και εθίμων, της θρησκείας ή των παραδόσεων έτερων πολιτιστικών πλαισίων. Η ανοχή εις το όνομα μια διαφορετικότητας σε αυτήν την περίπτωση ισοδυναμούσε με συνενοχή στη βία. Στη μετανεωτερική έμφυλη δουλεία, στην εμπορία και την εκμετάλλευση οφείλουμε μια απάντηση που έρχεται από τη μεγάλη παράδοση του Διαφωτισμού και τον Καντ: Να βλέπουμε στο πρόσωπο του άλλου την ανθρωπότητα αποψιλωμένη από ιδιαίτερα κατηγορήματα φύλου, φυλής, γλώσσας, παράδοσης, θρησκείας κ.ο.κ ως απόλυτη αξία ή σκοπό καθαυτό. Και ας μην ξεχνούμε ότι υπάρχει κάτι που δεν έχει τιμή και δεν υπόκειται ούτε σε αξία χρήσης ή ανταλλακτική αξία: Το ανεκτίμητο της αξιοπρέπειας του ανθρώπινου προσώπου.

,