Go to Top

Εφόσον τα νούμερα βγαίνουν δεν χρειάζεται νέα ύφεση και λιτότητα

Χαρακτηρίζει «θεμιτή» τη συζήτηση που έχει ανοίξει στον ΣΥΡΙΖΑ για μη εφαρμογή ψηφισμένων μέτρων για τις συντάξεις και το αφορολόγητο, προσθέτοντας πως «δεν αποδέχομαι την λογική του σιωπητηρίου, ώστε να παρουσιαστούμε ως “καλά παιδιά”, σε μία διαπραγμάτευση, η οποία είτε το θέλουμε, είτε όχι, περιλαμβάνει και αυτά τα κρίσιμα ζητήματα»

Την πεποίθηση ότι η ελληνική οικονομία σταθεροποιείται με αποτέλεσμα να κλείνει ο κύκλος της λιτότητας και της ύφεσης εκφράζει, με συνέντευξη που παραχωρεί στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, η κοινοβουλευτική εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Φωτεινή Βάκη.

Η Φ. Βάκη επιτίθεται στην αντιπολίτευση για τη στάση που κρατά λέγοντας χαρακτηριστικά «η διαπραγμάτευση αυτή είναι σκληρή, οι δανειστές, όπως ξέρουμε όλα τα προηγούμενα 8 χρόνια, πορεύονται με γνώμονα τα συμφέροντά τους και ένα μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης, δυστυχώς, έχει εκτιμήσει ότι είναι προς το συμφέρον της να μην επιτύχει το μάξιμουμ η ελληνική πλευρά ώστε να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά μία δυσμενή συμφωνία».

Χαρακτηρίζει «θεμιτή» τη συζήτηση που έχει ανοίξει στον ΣΥΡΙΖΑ για μη εφαρμογή ψηφισμένων μέτρων για τις συντάξεις και το αφορολόγητο, προσθέτοντας πως «δεν αποδέχομαι την λογική του σιωπητηρίου, ώστε να παρουσιαστούμε ως “καλά παιδιά”, σε μία διαπραγμάτευση, η οποία είτε το θέλουμε, είτε όχι, περιλαμβάνει και αυτά τα κρίσιμα ζητήματα». «Εφόσον τα νούμερα βγαίνουν, εφόσον οι προϋπολογισμοί είναι συντονισμένοι στο “μαύρο μηδέν”, όπως αρέσκονται να λένε και οι Γερμανοί, τότε δεν χρειάζεται νέα ύφεση και λιτότητα» σημειώνει, επισημαίνοντας ωστόσο πως «σε αυτή τη φάση της διαπραγμάτευσης δεν θα πρέπει να δοθούν λαβές σε ακραίους κύκλους, οι οποίοι καραδοκούν για να τορπιλίσουν τις συζητήσεις».

Αναφερόμενη στην κατάργηση του μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά η Φ. Βάκη αναφέρει ότι έχει δυσαρεστήσει πολλούς πολίτες και του Αιγαίου και του Ιονίου και επισημαίνει πως «είναι σημαντικό λοιπόν να παλέψουμε με όλες μας τις δυνάμεις για την εφαρμογή του μεταφορικού ισοδύναμου, χωρίς εξαιρέσεις σε όλα τα νησιά». Παράλληλα σημειώνει ότι «τα νησιά της Ελλάδας είναι τα θύματα μιας άδικης ευρωπαϊκής πολιτικής» στο προσφυγικό. «Η Ελλάδα πιέζεται, τα νησιά πιέζονται και προφανώς είναι θεμιτό να ζητούν την μείωση αυτού του φορτίου και τη στήριξη των πολιτών που πνίγονται από αυτή τη διπλή κρίση, οικονομική και προσφυγική», προσθέτει τονίζοντας πως μετά την έξοδο από το μνημόνιο θα πρέπει να υπάρξουν εποικοδομητικές πρωτοβουλίες για τα νησιά μας.

Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την προκλητικότητα της Άγκυρας με αιχμή την παρατεταμένη κράτηση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, η Φ. Βάκη σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι η χώρα μας θα πρέπει να συνεχίσει, συντονισμένα, να απορρίπτει ανταλλαγές και παζάρια ενώ εκτιμά «ότι η Τουρκία θα αντιληφθεί το αδιέξοδο αυτής της εκβιαστικής πολιτικής και θα επανέλθει στην ομαλότητα στο συγκεκριμένο ζήτημα».

Τέλος ερωτηθείσα για τη διαχείριση του σκανδάλου Novartis, υπεραμύνεται της απόφασης της προανακριτικής επιτροπής λέγοντας «η Βουλή, με βάση το συγκεκριμένο πλαίσιο, είναι αναρμόδια για την εξέταση αδικημάτων που έχουν παραγραφεί, όπως αυτό της απιστίας. Αυτό σημαίνει ότι η προανακριτική σταθμίζει ανάμεσα σε δύο επιλογές: Είτε να μπει στην ουσία της υπόθεσης, κωλυσιεργώντας εν τέλει τη διαδικασία έρευνας, είτε να επιστρέψει τον φάκελο στην εισαγγελία διαφθοράς».

Ολόκληρη η συνέντευξη της Φωτεινής Βάκη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ:

Βρισκόμαστε στην τελική ευθεία για την έξοδο της χώρας από τη μνημονιακή επιτροπεία, με την κυβέρνηση να υπερτονίζει την καθαρή έξοδο, την αντιπολίτευση να μιλά για δεσμεύσεις και νέο μνημόνιο. Τελικά πού βρισκόμαστε;

Βρισκόμαστε ακριβώς στην καρδιά της διαπραγμάτευσης όσον αφορά τους όρους της επόμενης ημέρας της οικονομίας. Η διαπραγμάτευση αυτή είναι σκληρή, οι δανειστές, όπως ξέρουμε όλα τα προηγούμενα 8 χρόνια, πορεύονται με γνώμονα τα συμφέροντά τους και ένα μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης, δυστυχώς, έχει εκτιμήσει ότι είναι προς το συμφέρον της να μην επιτύχει το μάξιμουμ η ελληνική πλευρά ώστε να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά μία δυσμενή συμφωνία. Αυτό συμβαίνει σε κάθε στιγμή που συνιστά μεταίχμιο των διαπραγματεύσεων, με την αντιπολίτευση αρχικά να φωνάζει να κλείσουμε τη διαπραγμάτευση όπως-όπως, κινδυνολογώντας για αστάθεια και μετά να μας κατηγορεί για νέα μνημόνια.

Πώς κρίνετε τη συζήτηση που άνοιξε από τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αναφορικά με τη μη εφαρμογή ψηφισμένων μέτρων που αφορούν στις μειώσεις των συντάξεων και του αφορολόγητου, εν μέσω διαπραγματεύσεων για το κλείσιμο της 4ης αξιολόγησης;

Είναι μία θεμιτή κατά την άποψή μου συζήτηση. Δεν αποδέχομαι την λογική του σιωπητηρίου, ώστε να παρουσιαστούμε ως “καλά παιδιά”, σε μία διαπραγμάτευση, η οποία είτε το θέλουμε, είτε όχι, περιλαμβάνει και αυτά τα κρίσιμα ζητήματα. Άλλωστε, το ζήτημα της δημοσιονομικής πορείας αποτελεί μείζον κεφάλαιο των διαπραγματεύσεων για την τέταρτη αξιολόγηση. Εμείς, λοιπόν, υποστηρίζουμε ότι εφόσον τα νούμερα βγαίνουν, εφόσον οι προϋπολογισμοί είναι συντονισμένοι στο “μαύρο μηδέν”, όπως αρέσκονται να λένε και οι Γερμανοί, τότε δεν χρειάζεται νέα ύφεση και λιτότητα. Προφανώς σε αυτή τη φάση της διαπραγμάτευσης δεν θα πρέπει να δοθούν λαβές σε ακραίους κύκλους, οι οποίοι καραδοκούν για να τορπιλίσουν τις συζητήσεις. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να επιβάλλουμε στους εαυτούς μας λογοκρισία. Μας απασχολεί το θέμα των συντάξεων και του αφορολόγητου και νομίζω ορθώς.

Η συζήτηση για αθέτηση ψηφισμένων μέτρων δεν επηρεάζει αρνητικά τη διαπραγμάτευση που βρίσκεται σε εξέλιξη για τα μέτρα απομείωσης του χρέους; Με δεδομένη και την αρνητική -όπως διαφαίνεται – στάση της Γερμανίας;

Θα σας έλεγα ότι αυτή είναι η μία όψη της συγκυρίας. Η άλλη είναι ότι δεν θα πρέπει ως προοδευτική πολιτική δύναμη, να ενσωματώνουμε και να αναπαράγουμε σύνδρομα πολιτικής υποτέλειας. Εφόσον τα μέτρα αυτά απασχολούν και πιέζουν την κοινωνία, δεν πρέπει ως εκπρόσωποι της κοινωνίας αυτής να προβληματιζόμαστε σχετικά με τη χρησιμότητα τους; Δεν κατηγορούσαμε όλα τα προηγούμενα χρόνια το πολιτικό σύστημα ως “ανάλγητο”; Δεν λέγαμε ότι δεν αφουγκράζεται τον κοινωνικό παλμό και λέει μόνο «ναι» στην τρόικα; Θα πρέπει να κάνουμε κι εμείς το ίδιο;

Έχετε πει πολλές φορές πως το τέλος του μνημονίου δεν σημαίνει πως την επόμενη μέρα θα βρεθούμε στον παράδεισο. Ενώ και δύσκολα μέτρα βρίσκονται προ των πυλών και έχει προκληθεί και αναστάτωση στα νησιά μας και από την κατάργηση του μειωμένου ΦΠΑ, αλλά και από την πίεση που ασκούν οι προσφυγικές ροές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πώς εκτιμάτε ότι η κυβέρνηση στο δρόμο προς τις κάλπες θα διατηρήσει τις δυνάμεις της και ενδεχομένως θα τις αυξήσει;

Είναι σαφές ότι η κατάργηση του μειωμένου ΦΠΑ για τα νησιά έχει δυσαρεστήσει πολλούς πολίτες και του Αιγαίου και του Ιονίου. Είναι σημαντικό λοιπόν να παλέψουμε με όλες μας τις δυνάμεις για την εφαρμογή του μεταφορικού ισοδύναμου, χωρίς εξαιρέσεις σε όλα τα νησιά. Αυτό είναι το ένα ζήτημα. Το άλλο ζήτημα είναι ότι πέρα από το μεταφορικό ισοδύναμο, ο βασικός οικονομικός πόρος των νησιών, δηλαδή ο τουρισμός, πλήττεται από τον ΦΠΑ στο 24%. Και αυτό είναι γνωστό και το συζητούμε επί σειρά ετών. Θα ήθελα λοιπόν σε αυτά τα δύο πεδία να λειτουργήσουμε πιο εποικοδομητικά μετά από την έξοδο από το μνημόνιο. Από την άλλη, σε σχέση με το προσφυγικό θα ήθελα να σημειώσω ότι τα νησιά της Ελλάδας είναι τα θύματα μιας άδικης ευρωπαϊκής πολιτικής. Η Ελλάδα πιέζεται, τα νησιά πιέζονται και προφανώς είναι θεμιτό να ζητούν την μείωση αυτού του φορτίου και την στήριξη των πολιτών που πνίγονται από αυτή τη διπλή κρίση, οικονομική και προσφυγική.

Συζητάμε αλλά και διαπιστώνουμε μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Και στο ζήτημα των τουρκικών προκλήσεων βρίσκεται σε εξέλιξη ένας διπλωματικός μαραθώνιος, ωστόσο οι δυο Έλληνες στρατιωτικοί παραμένουν κρατούμενοι -χωρίς να τους απαγγελθούν κατηγορίες- στις φυλακές Αδριανούπολης. Ποιο θα πρέπει να είναι το επόμενο βήμα της κυβέρνησης;

Στο θέμα των δύο στρατιωτικών, η κυβέρνηση θα πρέπει να συνεχίσει να πιέζει διπλωματικά και πολιτικά σε όλες τις διεθνείς αρένες και να αναδεικνύει την απαράδεκτη στάση της Τουρκίας στο θέμα αυτό. Δυστυχώς, η Τουρκία συμπεριφέρεται με παρόμοιο τρόπο σε πολίτες διαφόρων χωρών, με τις οποίες θεωρεί ότι έχει διαφορές. Το ίδιο έκανε με τον Γερμανό δημοσιογράφο Ντενίζ Γιουτζέλ, το ίδιο κάνει και με τον Αμερικανό πάστορα Άντριου Μπράνσον. Η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει, συντονισμένα, να απορρίπτει ανταλλαγές και παζάρια και νομίζω, αυτή είναι η προσωπική μου εκτίμηση, ότι η Τουρκία θα αντιληφθεί το αδιέξοδο αυτής της εκβιαστικής πολιτικής και θα επανέλθει στην ομαλότητα στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Παρατηρούμε μια προσέγγιση του ΣΥΡΙΖΑ, προς το Κίνημα Αλλαγής, υπό προϋποθέσεις, όπως συχνά τονίζεται. Ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις, αρκεί δηλαδή να εξαιρεθούν ορισμένα στελέχη και από εκεί και πέρα άφεση αμαρτιών σε ένα πολιτικό σύστημα, που όπως λέτε ευθύνεται για τη χρεοκοπία της χώρας;

Θα σας έλεγα, με κάθε ειλικρίνεια, ότι η συζήτηση με δυνάμεις που δεν αποδέχονται την ακραία λιτότητα και τον νεοφιλελευθερισμό είναι διαρκής στο ΣΥΡΙΖΑ. Θα θυμόσαστε ότι από το 2012, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε προοπτική διακυβέρνησης, αρκετοί δημοσιογραφικοί και πολιτικοί κύκλοι επανέφεραν διαρκώς το ζήτημα των συγκλίσεων με την Κεντροαριστερά. Εγώ είμαι υπέρ των συγκλίσεων, άλλωστε ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πολλά στελέχη που προέρχονται από τον προοδευτικό χώρο. Εντούτοις, έχω την αίσθηση ότι κάποιοι βάζουν εκ του πονηρού μία διάσταση συμβιβασμού σε αυτή την πάγια στρατηγική. Η σύγκλιση της Αριστεράς με τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο δεν εντάσσεται στη λογική ενός πολιτικού παζλ εξουσίας, αλλά έρχεται από πολύ μακριά, από την εποχή της δικτατορίας ακόμα, όπου η Αριστερά αναζητούσε την μαζικοποίηση του κινήματος και τη δημιουργία ενός ισχυρού κοινωνικού μετώπου, εναντίον του «μαύρου».

Με αφορμή ακόμα ένα σκάνδαλο στο χώρο της υγείας και με απόσταση από το κλίμα πόλωσης που ζήσαμε το προηγούμενο διάστημα με την υπόθεση Novartis, θα ήθελα ένα σχόλιο σας πως το μεγαλύτερο σκάνδαλο της μεταπολίτευσης, όπως το χαρακτήρισε ο κ. Παπαγγελόπουλος, “έκλεισε” σε επίπεδο προανακριτικής σε χρόνο ρεκόρ; Τελικά ποιες ήταν οι επιλογές της επιτροπής;

Το πρώτο στοιχείο της απάντησης στο ερώτημά σας είναι ότι αν δεν υπήρχε ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, το θέμα δεν θα είχε έρθει καθόλου στη Βουλή, αλλά θα πήγαινε κατευθείαν στο δικαστήριο. Η Βουλή, με βάση το συγκεκριμένο πλαίσιο, είναι αναρμόδια για την εξέταση αδικημάτων που έχουν παραγραφεί, όπως αυτό της απιστίας. Αυτό σημαίνει ότι η προανακριτική σταθμίζει ανάμεσα σε δύο επιλογές: Είτε να μπει στην ουσία της υπόθεσης, κωλυσιεργώντας εν τέλει τη διαδικασία έρευνας, για τα αδικήματα που δεν έχουν παραγραφεί, όπως το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, είτε να επιστρέψει τον φάκελο στην εισαγγελία διαφθοράς, με στόχο την μετάβαση στην επόμενη φάση, δηλαδή εκείνη της εμβάθυνσης της έρευνας στα διαρκή αδικήματα της δωροδοκίας και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.

Πηγή ΑΠΕ-ΜΠΕ

, ,