Go to Top

Συνέντευξη στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων

VA_K

Η έξοδος της χώρας από το καθεστώς επιτροπείας, η δημιουργία όρων δίκαιης ανάπτυξης ώστε να δημιουργηθούν θέσεις αξιοπρεπούς εργασίας που θα ξαναχαρίσουν στη νέα γενιά το όραμα μιας καλύτερης ζωής, είναι το μεγάλο στοίχημα για την κυβέρνηση Τσίπρα, όπως το περιγράφει η κοινοβουλευτική εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Φωτεινή Βάκη, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Η κ. Βάκη δεν παραλείπει να αναγνωρίσει ότι ο ήδη εξουθενωμένος λαός είναι φυσικό να αισθάνεται ότι εξαντλείται η υπομονή του, διατυπώνει όμως την εκτίμηση ότι ο λαός ακόμη εμπιστεύεται την κυβέρνηση και κατανοεί πως καταβάλλονται μεγάλες προσπάθειες και ότι δίνεται ένας τιτάνιος αγώνας ανοικοδόμησης μιας «έρημης χώρας».

Όταν ερωτάται για την κατάργηση του μπόνους που συζητείται ήδη στη Βουλή με τις αλλαγές του εκλογικού νόμου και για το περί ακυβερνησίας επιχείρημα, η κοινοβουλευτική εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ απαντά ότι η αδυναμία σχηματισμού αυτοδύναμων κυβερνήσεων, καθώς και άλλα φαινόμενα, όπως η εξαέρωση μεγάλων παραδοσιακών κομμάτων και η πολυκομματική Βουλή, δεν οφείλονται στον εκλογικό νόμο, αλλά στην κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία και συνεπώς αυτά τα ζητήματα δεν επιλύονται από τη διατήρηση ή την αλλαγή του.

«Πραγματικός στόχος του Αλέξη Τσίπρα είναι η θωράκιση και ενδυνάμωση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Είναι η έξοδος της χώρας από τα μνημόνια με την κοινωνία όρθια», αναφέρει η κ. Βάκη και για όσους κατηγορούν την κυβέρνηση πως καταθέτει νέο εκλογικό νόμο για να ανακόψει την πορεία του προέδρου της ΝΔ προς την εκλογική νίκη, απαντά πως «την πορεία του Κυριάκου Μητσοτάκη προς την εκλογική νίκη δεν θα την ανακόψει κανένας εκλογικός νόμος αλλά οι ίδιες οι ακραιφνώς νεοφιλελεύθερες θέσεις του» και ακόμη η ταύτισή του με τα «μνημόνια ως ευλογία»».

Αναφερόμενη στο Brexit και τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η Ελλάδα για να αποτιμηθούν τα αίτια της κρίσης, η Φωτεινή Βάκη σημειώνει ότι η ελληνική κυβέρνηση της Αριστεράς αποτέλεσε ένα «ενοχλητικό» αντιπαράδειγμα, καθώς αμφισβήτησε τα άρθρα πίστεως της νεοφιλελεύθερης λιτότητας όσο και την «Ευρώπη φρούριο» επιδεικνύοντας αλληλεγγύη και ανθρωπιά στους πρόσφυγες.

Πώς αντιλαμβάνεται όμως μια νεοεκλεγείσα βουλευτής την παρακαταθήκη του «όχι» από το περσινό δημοψήφισμα; «Την ιστορία γράφουν πράξεις πολιτικής ανυπακοής και αντίστασης των λαών», απαντά και υπογραμμίζει πως «το όχι είναι παρακαταθήκη δημοκρατίας και μήνυμα αντίστασης σε μια Ευρώπη που έδειξε το αποκρουστικό νεοφιλελεύθερο πρόσωπό της και το έλλειμμα δημοκρατίας».

Ακολουθεί η συνέντευξη που παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κοινοβουλευτική εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Φωτεινή Βάκη.

Η πρώτη αξιολόγηση ολοκληρώθηκε, αλλά πλέον η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί τις άμεσες επιπτώσεις από την έναρξη εφαρμογής των μέτρων. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν να παγιώνεται μια διαφορά, με τη ΝΔ να βρίσκεται εδώ και μήνες στην πρώτη θέση. Σας προβληματίζει αυτή η εξέλιξη;

   Ο προβληματισμός που εγείρεται δεν αφορά τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων. Η πρόσφατη εμπειρία, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς (ας θυμηθούμε την δημοσκόπηση πριν το Brexit), έδειξε ότι οι δημοσκοπήσεις αστοχούν και διαψεύδονται. Ο προβληματισμός εν προκειμένω, αφορά τη δυνατότητα άσκησης κοινωνικής πολιτικής πάνω στα ερείπια που άφησαν έξι χρόνια σκληρών μνημονίων και υλοποίησης μιας πολιτικής υπέρ των αδυνάτων, μέσα σε ένα πλαίσιο το οποίο αφήνει μεν μια δημοσιονομική ανάσα αλλά δεν παύει να εμπεριέχει δόσεις λιτότητας. Ωστόσο, η εξοικονόμηση 20 δισ. από τα χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα, μέτρα 5,4 δισ. σε βάθος τριών ετών (αν αναλογιστεί κανείς ότι τα προηγούμενα μνημόνια περιελάμβαναν μέτρα 63 δισ. εντός πέντε ετών που εξαέρωσαν το 1/4 του ΑΕΠ της χώρας και εκτόξευσαν την ανεργία στο 27%) και ο οδικός χάρτης της απομείωσης του χρέους δημιουργούν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις ανάπτυξης.

Η κυβέρνηση έχει υποστεί φθορά;

   Μόνο ιδεατές μορφές διακυβέρνησης και οι ουτοπίες των φιλοσόφων δεν υφίστανται φθορά. Η κατάσταση της οικονομίας που προσομοίαζε προς οικονομία εν καιρώ πολέμου, οι αφόρητες πιέσεις ένθεν κακείθεν από τους διαπρύσιους κήρυκες της λιτότητας, αλλά και η κρατική μηχανή που λειτουργούσε με μοναδικά καύσιμα την διαφθορά και τη διαπλοκή έκαναν το κυβερνητικό έργο έναν τιτάνιο αγώνα ανοικοδόμησης μιας «έρημης χώρας», με φόντο μια Ευρώπη που βυθίζεται στο σκοτάδι της ακροδεξιάς και του ρατσισμού που γεννούν οι πολιτικές της άτεγκτης δημοσιονομικής πειθαρχίας του ορντοφιλελευθερισμού που ασκεί στους λαούς τη χειρότερη μορφή βίας: τη φτώχεια.

   Σε αυτό το ζοφερό τοπίο, η κυβέρνηση πασχίζει να εφαρμόσει ένα παράλληλο πρόγραμμα ανακούφισης των θυμάτων της ανθρωπιστικής κρίσης και να ανοικοδομήσει το κοινωνικό κράτος. Δυόμισι εκατομμύρια ανασφάλιστοι συμπολίτες μας έχουν πλέον δωρεάν πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ενώ εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες έχουν δωρεάν σίτιση, ρεύμα, νερό και επιδότηση ενοικίου. Τα σχολικά γεύματα, τα ολοήμερα σχολεία και το κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης είναι πλέον γεγονός. Ωστόσο, ένας ήδη εξουθενωμένος λαός είναι φυσικό να αισθάνεται ότι εξαντλείται η υπομονή του, αλλά θεωρώ ότι ακόμη εμπιστεύεται την κυβέρνηση και κατανοεί ότι καταβάλλονται μεγάλες προσπάθειες. Το μεγάλο στοίχημα, δεν είναι να εξαντληθεί το κυβερνητικό έργο σε μια διαχείριση της φτώχειας, αλλά να εξαλείψει τις αιτίες της, να βγάλει τη χώρα από το καθεστώς της επιτροπείας και να δημιουργήσει τους όρους μιας δίκαιης ανάπτυξης συνώνυμης θέσεων αξιοπρεπούς εργασίας που θα ξαναχαρίσουν στη νέα γενιά το μέλλον της και το όραμα μιας καλύτερης ζωής. Σε αυτήν την κατεύθυνση κινούνται ο αναπτυξιακός νόμος που ψηφίσθηκε πρόσφατα και το ΕΣΠΑ.

Ο εκλογικός νόμος τέθηκε σε διαβούλευση, αλλά η κυβέρνηση, προς το παρόν, δεν μετράει τις συμμαχίες που είναι απαραίτητες για πλειοψηφία 200 βουλευτών προκειμένου να εφαρμοστεί στις αμέσως επόμενες εκλογές. Αφού είναι έτσι τα πράγματα τότε γιατί η κυβέρνηση δεν προχωράει στην κατάθεση ενός νομοσχεδίου με τις συνολικές αλλαγές για τη γνήσια και ανόθευτη έκφραση της βούλησης του ελληνικού λαού; Δηλαδή, και με κατάργηση του πλαφόν του 3%, και με σπάσιμο των μεγάλων περιφερειών κλπ.

   Η απλή αναλογική ήταν και παραμένει πάγιο αίτημα της Αριστεράς και μια από τις προεκλογικές εξαγγελίες της κυβέρνησης. Επιπλέον, είναι το μόνο σύστημα που εκφράζει τη λαϊκή βούληση, κατοχυρώνει την ισοτιμία της κάθε ψήφου και ενδυναμώνει τη σχέση μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενουμ κατοχυρώνοντας τη μέγιστη δυνατή αντιπροσωπευτικότητα. Η αλλαγή του «Καλλικράτη» και το σπάσιμο των μεγάλων περιφερειών είναι υπό διαβούλευση και επεξεργασία και επίκειται ούτως ή άλλως η κατάθεσή τους προσεχώς στη Βουλή.

Η κυβέρνηση προτείνει την κατάργηση του μπόνους των εδρών. Δεν σας προβληματίζει το προηγούμενο της Ιταλίας;

   Το σύστημα του «μπόνους» των εδρών ήταν άδικο και κατ’ ουσίαν ένα είδος «μπόνους» στο «μπόνους», εφόσον το πρώτο κόμμα κερδίζει έδρες από την κατανομή των υπολοίπων λόγω του ορίου εισόδου. Στο περί «ακυβερνησίας» επιχείρημα λόγω της κατάργησης του «μπόνους» που προτάσσεται από την αντιπολίτευση, απαντώ ότι η αδυναμία σχηματισμού αυτοδύναμων κυβερνήσεων από το 2012 που επιτάσσει τον σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργασίας, καθώς επίσης και άλλα φαινόμενα, όπως η πολυκομματική Βουλή, εξαέρωση μεγάλων παραδοσιακών κομμάτων, κ.ο.κ δεν οφείλονται στον εκλογικό νόμο αλλά στην κρίση που μαστίζει την ελληνική κοινωνία και συνεπώς δεν επιλύονται από τη διατήρηση ή αλλαγή του.

Πώς σχολιάζετε την κριτική που ασκεί η ΝΔ στην πρόταση αλλαγής του εκλογικού νόμου και την καταγγελία που διατυπώνει ότι πραγματικός στόχος του Αλέξη Τσίπρα είναι να ανακόψει την πορεία του Κυριάκου Μητσοτάκη προς την εκλογική νίκη;

   Ο πραγματικός στόχος του Αλέξη Τσίπρα είναι η θωράκιση και ενδυνάμωση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Είναι η έξοδος της χώρας από τα μνημόνια με την κοινωνία όρθια. Την πορεία του Κυριάκου Μητσοτάκη προς την εκλογική νίκη δεν θα την ανακόψει κανένας εκλογικός νόμος, αλλά οι ίδιες οι ακραιφνώς νεοφιλελεύθερες θέσεις του, καθώς επίσης και τα έργα και ημέρες της διακυβέρνησης του κόμματός του, που ταυτίστηκε όχι μόνο με τα «μνημόνια ως ευλογία», την απώλεια του ενός τετάρτου του εθνικού πλούτου, τις απολύσεις ως πανάκεια, αλλά και με την τεράστιας έκτασης διαφθορά και διαπλοκή, καθώς επίσης και τον βαθύ τραυματισμό της δημοκρατίας που βίωσε η ελληνική κοινωνία κατά τη διάρκεια των «πέτρινων» χρόνων των μνημονίων.

Και την στάση του ΠΑΣΟΚ απέναντι στην πρόταση της κυβέρνησης;

   Μόνο ως ρεβανσιστική μπορεί να χαρακτηριστεί η στάση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, δεδομένου ότι εκφράζει τη βούληση για ένα αναλογικότερο και αντιπροσωπευτικότερο εκλογικό νόμο, αλλά διαφωνεί με αυτόν που εισηγείται ο ΣΥΡΙΖΑ. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη, αλλά και κάθε δημοκρατικό κόμμα του Κοινοβουλίου θα πρέπει να υπερψηφίσει τον νέο εκλογικό νόμο, εφόσον ο τελευταίος εμφορείται από τις αρχές του σεβασμού στη λαϊκή κυριαρχία, την ισοτιμία της ψήφου και συνεπώς τη μέγιστη δυνατή αντιπροσωπευτικότητα. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη φαίνεται να ασκεί μια αντιπολίτευση που υπαγορεύεται από το θυμικό και το σύνδρομο τής «πάση θυσία» δικαίωσης πρακτικών που οδήγησαν στην καταβαράθρωσή της και στην απαξίωσή της από τους πολίτες.

Περιμέναμε πως μετά το δημοψήφισμα στη Μ. Βρετανία, θα γινόταν μια πιο ουσιαστική συζήτηση για τα αίτια της κρίσης που οδήγησαν στο Brexit. Αντίθετα, στη Σύνοδο Κορυφής είδαμε τις 27 χώρες να καλλιεργούν μια εικόνα «όλοι μαζί απέναντι στον έναν». Η ΕΕ φαίνεται να έχει την κρίση μπροστά. Σε ποιες πρωτοβουλίες θα μπορούσε να έχει ρόλο η Ελλάδα ώστε να γίνει μια ουσιαστική αποτίμηση για τα αίτια της κρίσης; Ποια εκτίμηση έχετε; Μετά το βρετανικό δημοψήφισμα η Ευρώπη θα κάνει υποχωρήσεις στο θέμα του ελληνικού χρέους;

   Αξίζει να σταθούμε στο Brexit. To Brexit είναι σύμπτωμα μιας βαθύτατης κρίσης ταυτότητας της Ευρώπης που αντικατοπτρίζεται αφενός, σε μία άτεγκτη νεοφιλελεύθερη πολιτική που χαρακτηρίζει η ιδεοληπτική σχεδόν εμμονή στις ιδιωτικοποιήσεις, στην απορρύθμιση της εργασίας και στην κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους, αφετέρου, στο έλλειμμα δημοκρατίας, ήτοι της μη συμμετοχής του πολίτη στη λήψη αποφάσεων, και συνεπώς στην ακύρωση εν τοις πράγμασι της λαϊκής κυριαρχίας και στον περιορισμό της δυνατότητας άσκησης εθνικής πολιτικής. Ας ανακαλέσουμε δύο περιστατικά: Πρώτον, το περυσινό ελληνικό δημοψήφισμα μιας εξουθενωμένης από τις χρόνιες συνταγές λιτότητας χώρας που αντιμετωπίστηκε όχι ως ύψιστο δημοκρατικό δικαίωμα, αλλά με έναν άκρατο κυνισμό που αποτυπώθηκε στον εκβιασμό: «ή παίρνετε μια συμφωνία ή φύγετε και πεθάνετε». Δεύτερον, οι πρόσφατες δηλώσεις του Σόιμπλε ως λύση στο πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι περισσότερη δημοκρατία αλλά περισσότερη δημοσιονομική πειθαρχία που θα επιβάλλεται από τεχνοκρατικούς μηχανισμούς, τουτέστιν περισσότερη λιτότητα και το τέλος της πολιτικής. Ένα ακόμη σημείο της βαθύτατης κρίσης της Ευρώπης είναι η διαχείριση του προσφυγικού. Ανοιχτά διάπλατα τα σύνορα για τη διακίνηση κεφαλαίων, κλειστά για απελπισμένους ανθρώπους. Τηρούνται απαρέγκλιτα μέτρα άτεγκτης δημοσιονομικής πειθαρχίας σε τέτοιο βαθμό ώστε να τίθενται λαοί σε επιτροπεία, αλλά παραβιάζονται κατάφωρα κανόνες και συμφωνίες όταν πρόκειται για την μετεγκατάσταση ανθρώπων που ρήμαξε ο πόλεμος. Συνεπώς η Ευρώπη ή θα επανιδρυθεί στα θεμέλια της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και του κοινωνικού κράτους ή δεν θα υπάρχει ως αξιακό πρόταγμα.

   Η ελληνική κυβέρνηση της Αριστεράς αποτέλεσε ένα ισχυρό και «ενοχλητικό» αντιπαράδειγμα αμφισβητώντας τόσο τα άρθρα πίστεως της νεοφιλελεύθερης λιτότητας όσο και την «Ευρώπη φρούριο» επιδεικνύοντας εμπράκτως αλληλεγγύη και ανθρωπιά στους πρόσφυγες. Η κυβέρνηση της Αριστεράς έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα και θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην αλλαγή των συσχετισμών δύναμης και στην ανατροπή της νέας, ιδιότυπης «Ιεράς συμμαχίας» της Ευρώπης του 21ου αιώνα.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει προαναγγείλει ότι θα αναλάβει πρωτοβουλίες προκειμένου να υπάρξει μια, όσο το δυνατόν, κοινή πρόταση από τον «άξονα του Νότου». Ποιες προοπτικές έχει η δημιουργία μιας νέας ισορροπίας δυνάμεων στην ΕΕ;

   To Brexit έχει ανοίξει τον ασκό του Αιόλου σε φυγόκεντρες τάσεις στην Ευρώπη που τις ιδιοποιείται η ακροδεξιά. Η λύση δεν είναι η επιστροφή και η περιχαράκωση στην κιβωτό του εθνικού κράτους, αλλά η ανάγκη να υλοποιηθεί συλλογικά και μέσω αλλαγής συσχετισμού δυνάμεων το όραμα μιας άλλης Ευρώπης της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και του κοινωνικού κράτους. Το ζητούμενο δεν είναι να διασωθεί το εθνικό κράτος αλλά η δημοκρατία. Ένας άξονας του Νότου θα μπορούσε να συμβάλει στην υπέρβαση μιας αποθεσμοποιημένης, αντιδημοκρατικής, νεοφιλελεύθερης και εν τέλει γερμανικής Ευρώπης.

Ποια είναι η παρακαταθήκη του “όχι” στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015;

   Την ιστορία γράφουν πράξεις πολιτικής ανυπακοής και αντίστασης των λαών. Ένας καθημαγμένος λαός αψήφησε μια απύθμενη τρομοκράτηση, ενορχηστρωμένη από του ευρωπαϊκούς και εγχώριους νεοφιλελεύθερους κύκλους, αλλά και τα συστημικά μέσα που καθημερινά αναπαρήγαγαν τον Αρμαγεδώνα, και έγραψε μια σύγχρονη εποποιία. Το όχι είναι παρακαταθήκη δημοκρατίας και μήνυμα αντίστασης σε μια Ευρώπη που έδειξε το αποκρουστικό νεοφιλελεύθερο πρόσωπό της και το έλλειμμα δημοκρατίας. Επιπλέον η λαϊκή ετυμηγορία έγινε ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο σε μια επώδυνη και άνιση διαπραγμάτευση και ακύρωσε το σενάριο της αριστερής παρένθεσης. Η κλασσική μομφή και ο προβληματισμός είναι ότι το «όχι έγινε ναι» και ότι ψηφίσαμε και εφαρμόζουμε κάτι που δεν μας εκφράζει. Θα αντιστρέψω το ερώτημα: Τι θα γινόταν αν δεν το ψηφίζαμε εμμένοντας απαρέγκλιτα σε αρχές αδιαπραγμάτευτες; Fiat Justitia et pereat mundus. Θα οδηγούμαστε στο πολυπόθητο σενάριο μιας συντεταγμένης ή ασύντακτης χρεοκοπίας που «θα έσκαγε στα χέρια της αριστερής παρένθεσης» και θα επιβεβαιωνόταν εν χορδαίς και οργάνοις το σενάριο της αριστερής παρένθεσης. Η μη υπογραφή της συμφωνίας θα ισοδυναμούσε με υπογραφή της αριστερής παρένθεσης. Η πολιτική δεν είναι η προκρούστεια κλίνη της θεωρίας. Η ιστορία και η πολιτική δεν μπορούν να προετοιμαστούν με αυστηρές προδιαγραφές στο πειραματικό εργαστήρι της θεωρίας.

Ποια εικόνα πιστεύετε ότι δημιούργησε στους υποψήφιους επενδυτές η εμπλοκή που σημειώθηκε στον κυρωτικό νόμο της σύμβασης με την Cosco;

   Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα περιλαμβάνει δύο σκέλη. Το πρώτο είναι αν η ενθάρρυνση των επενδύσεων θα πρέπει να συνεπάγεται δουλικότητα και τη γνωστή νοοτροπία του ναι σε όλα. Αυτό ήταν το μοντέλο των προηγούμενων κυβερνήσεων. Με τη δική μας διαφοροποίηση οι όροι της σύμβασης παραχώρησης του ΟΛΠ στην COSCO βελτιώθηκαν. Το δεύτερο σκέλος της ερώτησης αφορά τον περίεργο ρόλο που διαδραμάτισαν σε αυτό το συμβάν διάφοροι κύκλοι, οι οποίοι διόγκωσαν καταστάσεις και προκάλεσαν τεχνητή ένταση. Αυτό δε που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση κατά την συζήτηση του νομοσχεδίου ήταν ότι ορισμένοι συνάδελφοι βουλευτές μου έδωσαν την εντύπωση ότι λειτούργησαν περισσότερο ως δικηγόροι της COSCO παρά ως εκπρόσωποι του ελληνικού λαού. Αυτό προφανώς μας προβληματίζει. Εν κατακλείδι, η κυβέρνηση επιθυμεί τις επενδύσεις, οι όροι των επενδύσεων αυτών όμως θα αποτελούν σημείο διαρκούς διαπραγμάτευσης, ώστε η χώρα και το κοινωνικό σύνολο να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερα οφέλη. Η αίσθησή μου άλλωστε, μετά και από το ταξίδι του πρωθυπουργού στην Κίνα είναι ότι και η κινεζική ηγεσία είναι απολύτως σύμφωνη σε αυτή την κατεύθυνση.

 ΑΠΕ-ΜΠΕ | Τη συνέντευξη πήρε η Κατερίνα Βλαχοδήμου

Left.gr

,